Άρειος Πάγος: «Φρένο» στην εκ περιτροπής εργασία χωρίς συναίνεση εργαζομένου – Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Ανάχωμα» στις μνημονιακές πολιτικές και στην εργοδοτική αυθαιρεσία βάζει, μετareiospagos-apnetά το Πρωτοδικείο Θήβας και το Μονομελές Εφετείο Εύβοιας, και ο Άρειος Πάγος με την αρ. 1252/2014 απόφασή του, που χαρακτηρίζει βλαπτική τη μονομερή επιβολή εκ περιτροπής εργασίας στον εργαζόμενο από τον εργοδότη. Κατά το σκεπτικό της απόφασης, αυτό είναι έναν εργοδοτικό «τρικ», που με την ταυτόχρονη αξιοποίηση των αντεργατικών μνημονιακών διατάξεων, οι εργοδότες αποφεύγουν να καταβάλλουν την αποζημίωση λόγω απόλυσης των εργαζομένων.

Η απόφαση αφορά σε εργαζόμενη μητέρα (σ.σ.: μονογονεϊκή οικογένεια), τη Δ.Κ., που ο εργοδότης της, η Μετρό Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία Κατασκευών, της επέβαλε χωρίς τη δική της συγκατάθεση, μονομερώς, σύστημα εκ περιτροπής εργασίας μιας ημέρας. Κρίνεται, δε, σημαντική, για τους εργαζομένους που εξωθούνται σε παραίτηση από τους εργοδότες μέσω της ομηρίας τους και την εκ περιτροπής εργασία που τους επιβάλλουν, προκειμένου να αποφύγουν την αποζημίωση λόγω απόλυσης, καθώς θα μπορούν να προσφύγουν πλέον στη Δικαιοσύνη για να δικαιωθούν.

Απόφαση 1252 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1252/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Μετρό Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία Κατασκευών» και το διακριτικό τίτλο «ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ», που εδρεύει στη Νέα Ερυθραία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΘεόδωροΣαρατσιώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Κ. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Κόλλια – Κορογιάννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2013 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 28-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-12-2013 αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 69/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ευβοίας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 7 εδαφ. Α’ του Ν. 2112/20 «πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά τον όρο της διάταξης αυτής «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ’ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη, του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη την αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής (δηλ. η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ. η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία ως βοηθός λογιστή τον Ιούνιο του 1987. Ότι έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες της στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, που βρίσκονται στη Θήβα, αντί των αναφερόμενων στην αγωγή συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1.923,52 ευρώ το Φεβρουάριο του 2011. Ότι η εναγόμενη στις 21 Φεβρουαρίου του 2011 της επέβαλε, μονομερώς, παρά τις διατυπωθείσες αντιρρήσεις της, μερική απασχόληση, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο μία ημέρα την εβδομάδα, σε αντίθεση με τους λοιπούς εργαζόμενους, οι οποίοι εργάζονται τρεις ημέρες την εβδομάδα και να λαμβάνει πλέον το ποσό των 170 ευρώ μηνιαίως. Ότι η επιβολή της μερικής απασχόλησής της έγινε παράνομα, και καθ’ υπέρβαση των ορίων των επιβαλλομένων από την καλή πίστη των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, αποβλέποντας να την εξαναγκάσει να αποχωρήσει από την εργασία της χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως. Ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, την οποία η ενάγουσα θεωρεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι η ανωτέρω από 21-2-2011 απόφαση μονομερούς επιβολής συστήματος μερικής απασχόλησης αποτελεί καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από 1-3-2011 και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει: 1) το ποσό των 44.882,10 ευρώ που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της και 2) το ποσό των 10.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη, εξαιτίας της εύλογης δημιουργίας του συναισθήματος της κατάφορης σε βάρος της αδικίας, από την συμπεριφορά της εναγόμενης – αναιρεσείουσας. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη και νόμιμη και για το αίτημά της για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Επομένως οι 5ος και 6ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις τους, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

2. Κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2369/1998, ρυθμίζεται η δυνατότητα του εργοδότη και του εργαζόμενου να συμφωνήσουν, κατά την σύναψη της εργασιακής σύμβασης την παροχή εργασίας κατά μερική απασχόληση, καθώς και τη δυνατότητα, να μετατρέψουν σε σύμβαση μερικής απασχόλησης μια εργασιακή σύμβαση που καταρτίστηκε ως σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Όπως επισημαίνεται, στην εν λόγω διάταξη, η μερική απασχόληση μπορεί να αφορά εργασία ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική. Δηλαδή, μπορεί να αναφέρεται στο ημερήσιο ωράριο εργασίας, το οποίο θα είναι μικρότερο του κανονικού, μπορεί όμως να αφήνει άθικτο το ημερήσιο ωράριο και να περιορίζει την εβδομαδιαία ή μηνιαία απασχόληση. Υποπερίπτωση της μερικής απασχόλησης αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από την παρ. 3 του άρθρου του ν. 1892/1990.

Ο όρος «εκ περιτροπής εργασία», που συνδέεται με την εναλλαγή προσωπικού – χρονικών διαστημάτων εργασίας, ως μέτρο γενικής εφαρμογής πρωτοεμφανίστηκε με τον α.ν. 2000/ 1939 «Περί λήψεως μέτρων, καταπολεμήσεως της ανεργίας», για την αντιμετώπιση των συνεπειών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήδη, η εκ περιτροπής εργασία, εντάχθηκε στον θεσμό της «μερικής απασχόλησης». Στο ισχύον δίκαιο και δη στο άρθρο 38 του ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 ν. 2874/ 2000 και αντικαταστάθηκε εκ νέου, με το άρθρο 2 Ν. 3846/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 § 3 Ν. 3899/2010 [ΦΕΚ Α’ 212/17.12.2010] ορίζεται στην παρ. 3 εδ’ α’ και β’ ότι «Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου». Και στο εδ. δ’ «Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι εκ περιτροπής απασχόληση δεν αναφέρεται σε λιγότερες ώρες σε ημερήσια βάση, αλλά ως βάση χαρακτηρισμού θεωρούνται οι λιγότερες ημέρες ή εβδομάδες ή μήνες μέσα στο έτος αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο.

Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζόμενους, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δυο ειδικότερες μορφές, 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Στην πρώτη περίπτωση η σχέση εκ περιτροπής εργασία ιδρύεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, είτε πρωτογενώς με την αρχική σύμβαση εργασίας είτε κατά τη λειτουργία μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης με μεταγενέστερη νεότερη συμφωνία των μερών. Με τη σύμβαση εκ περιτροπής απασχόλησης συμφωνείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του απασχολούμενος κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας αλλά κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και με συνδυασμό αυτών, αμειβόμενος με ανάλογα μειωμένο μισθό. Εξ αυτού προκύπτει ότι η εκ περιτροπής εργασία ενέχει εναλλαγή ενοτήτων εργασίας και μη εργασίας, οι οποίες επιτρέπεται να συμφωνηθούν ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς, με μόνο περιορισμό να παρέχεται η ημερήσια εργασία κατά πλήρες ωράριο. Έτσι, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μειωμένη εβδομαδιαία εργασία (π.χ. επί συστήματος πενθήμερης εργασίας να παρέχεται η εργασία από μία έως τέσσερις ημέρες την εβδομάδα), ή συνδυασμός μειωμένης εβδομαδιαίας εργασίας για κάποιες μόνο εβδομάδες του μήνα (π.χ. τρεις ημέρες εργασίας κάθε δεύτερη εβδομάδα) ή η εναλλαγή πλήρους μηνιαίας εργασίας με μήνες περιορισμένου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, κ.ο.κ.

Πάντως, ο όποιος συνδυασμός εκ περιτροπής εργασίας θα πρέπει να επιτρέπει εναλλαγή ενοτήτων απασχόλησης με μη απασχόληση, χωρίς όμως οι χρονικές ενότητες εργασίας και μη εργασίας να είναι απαραίτητα της ίδιας χρονικής έκτασης. Επίσης, ο νόμος δεν θέτει περιορισμούς ως προς την χρονική έκταση της συμβατικής εκ περιτροπής εργασίας, όπως αντίθετα κάνει στην περίπτωση της μονομερούς επιβολής της. Η ίδρυση της σχέσης αυτής δεν συνδέεται με καμία πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση (π.χ. ορισμένους λόγους επιλογής της). Θα πρέπει, όμως, η σχετική συμφωνία, να είναι έγγραφη. Ο έγγραφος τύπος έχει συστατική ισχύ, υπό την έννοια ότι η έλλειψη του εγγράφου επιφέρει ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας. Στη δεύτερη περίπτωση (εδ’ δ’ της ίδιας πιο πάνω διατάξεως), παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του συστήματος της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο να καταλήξουν σε συμφωνία, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες και δ) η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) ή η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ [8] ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Το ότι η επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας προβλέπεται αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις, για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας.

Προκύπτει ακόμη ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αν είναι εντελώς ασήμαντος. Θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό. Το δικαίωμα του εργοδότη για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμά του, από τον νόμο, ασκούμενο με μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης. Εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη εν ευρεία έννοια. Με την άσκηση του ως άνω δικαιώματος, για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, μεταβάλλεται η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργαζομένου, ενώ ταυτόχρονα μεταβάλλεται και η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργοδότη. Επί πλέον, με την απονομή από τον νόμο στον εργοδότη του δικαιώματος αυτού θεσπίζεται εξαιρετικό δίκαιο, με το οποίο εισάγεται απόκλιση και από το άρθρο 656 AK. Το δικαίωμα για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν είναι διαρκές αλλά στιγμιαίο, δηλαδή με την περιέλευση της δήλωσης στον αποδέκτη της επέρχεται η διάπλαση, η οποία λαμβάνει χώρα σύμφωνα με το περιεχόμενο της δήλωσης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αυτή καλύπτει. Από την πρόβλεψη του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Από την άποψη αυτή επιβάλλεται, κατ’ αρχήν, στον εργοδότη να επιλέγει το μέτρο αυτό προκειμένου να αποφύγει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Περαιτέρω, εκτός των πιο πάνω προϋποθέσεων, στην επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις. Με το Π.Δ. 240/2006, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ. 108, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Πάντως, κατά το άρθρο 38 ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, δεν απαιτείται και να επιτευχθεί συμφωνία, ανάμεσα στον εργοδότη και στους εκπροσώπους των εργαζομένων. Ο εργοδότης επιτρέπεται να προχωρήσει στην επιβολή του συστήματος, εκ περιτροπής εργασίας, ανεξαρτήτως της έκβασης των διαβουλεύσεων και της τυχόν διαφωνίας των εκπροσώπων των εργαζομένων. Στην περίπτωση δηλ. αυτή ο εργοδότης, αντί να απολύσει έναν ή περισσότερους μισθωτούς, έτσι ώστε να μειωθεί ο αριθμός τους για να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης, μπορεί εφαρμόζοντας το σύστημα «εκ περιτροπής εργασίας», να αποφύγει τις απολύσεις κατανέμοντας τη διαθέσιμη εργασία στους υπεράριθμους πλέον εργαζόμενους. Επομένως, ήδη από τον σκοπό του μέτρου προκύπτει ο συλλογικός του χαρακτήρας. Εφαρμόζεται δηλ. στο σύνολο της επιχείρησης ή της παραγωγικής της μονάδας, όπου εντοπίζεται ο περιορισμός της δραστηριότητας. Η συλλογική αυτή διάσταση του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι πριν την επιβολή του μέτρου, και για την εγκυρότητα αυτού, ο εργοδότης υποχρεούται να προσέλθει σε διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία ως άνω διάταξη ο εργοδότης επιτρέπεται να επιβάλλει μόνο «σύστημα» εκ περιτροπής εργασίας. Το σύστημα αυτό προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή σε περισσότερες θέσεις εργασίας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα, την ίδια στιγμή που η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται είτε κατά ομάδες μισθωτών, εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, όταν οι υπόλοιποι θα καλύπτουν τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Ο ίδιος όρος (σύστημα) είχε υιοθετηθεί και στις παλαιότερες ρυθμίσεις γενικού χαρακτήρα που προαναφέρθηκαν σχετικά με τη μη συμβατική εκ περιτροπής εργασία. Έτσι, χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων μιας επιχείρησης ή συγκεκριμένου τμήματος αυτής, που εμφανίζει μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος δεν είναι νοητή και συνακόλουθα η διάταξη του εδαφίου δ’ της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990 είναι ανεφάρμοστη. Κατά συνέπεια, είναι ανεπίτρεπτη η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο. Για τους ίδιους λόγους, ανεπίτρεπτη είναι η επιβολή του συστήματος αυτού και όταν το αντικείμενο εργασίας καλύπτεται από ένα μισθωτό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από άλλον κατά το χρόνο της υποχρεωτικής απουσίας του. Ενόψει όλων αυτών, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο.

Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής. Η βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, αποτελεί (παράνομη) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 ν. 2112/1920 και του ΑΚ. Είναι δε βλαπτική, όπως αναφέρθηκε για τον εργαζόμενο η μεταβολή, όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία αλλά και ηθική. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ’ όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Αν ο εργαζόμενος δηλώσει ότι θεωρεί την μεταβολή ως απόλυση, επέρχεται η λύση της συμβάσεως και ο εργοδότης δεν μπορεί να αξιώσει την εργασία του μισθωτού, δηλώνοντας ότι ανακαλεί τη βλαπτική μεταβολή, εκτός αν καταρτισθεί νέα σύμβαση με τη συγκατάθεση εννοείται του μισθωτού. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 7 ν. 2112/1920 δεν καθιερώνει πλάσμα δικαίου, ώστε η μονομερής βλαπτική μεταβολή, που επιχειρείται από τον εργοδότη, να θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως καταγγελία και να συνεπάγεται αφ’ εαυτής τη λύση της συμβάσεως, αλλά τεκμήριο υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να μη θεωρήσει την βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία και γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να διατηρήσει τη θέση εργασίας, χωρίς όμως να υποκύψει στη δυσμενέστερη μεταβολή των όρων της, από τις τρεις παραπάνω εναλλακτικές δυνατότητες θα επιλέξει την τρίτη.

Η επιλογή όμως αυτή δεν τον απαλλάσσει από τους κινδύνους, που συνεπάγεται μια ενδεχόμενη πλάνη του ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Αν αργότερα, επί της αγωγής του για καταβολή των οφειλόμενων μισθών, κριθεί από το δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη μεταβολή των όρων εργασίας ήταν εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της συμβάσεως και την ΑΚ 281, τότε η αποχή του εργαζομένου από την εργασία δεν του στερεί μόνο τις αποδοχές του, για όσο διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του, αλλ’ είναι δυνατό να θεωρηθεί και ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τη δική του πλευρά. Για να αποφύγει ακριβώς τους εν λόγω κινδύνους ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση. Τέτοια επιφύλαξη συνιστά, εκτός των άλλων και η ρηματική διαμαρτυρία του εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στον εργαζόμενο να διεξαγάγει ένα δικαστικό αγώνα για το νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχολήσεώς του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή. Έτσι επιτυγχάνεται ο δικαστικός έλεγχος της μονομερούς μεταβολής χωρίς τον κίνδυνο όχι μόνο απώλειας του μισθού, αλλά και της θέσεως εργασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Κατά τη διάταξη δε, του άρθ. 559 αριθ. 19ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης.

Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην κρινόμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: «Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) την 24η-6-1987, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως βοηθός λογιστή στις εγκαταστάσεις που διατηρεί η τελευταία τεχνική εταιρία στη Θήβα. Με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα εργάζεται 5 ημέρες την εβδομάδα, επί 40 ώρες εβδομαδιαία με μεικτές μηνιαίες αποδοχές, οι οποίες το Φεβρουάριο του έτους 2011 ανέρχονταν στο ποσό των 1.923,52 ευρώ.

Οι ανωτέρω ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της εναγόμενης στην Θήβα, οι οποίες αποτελούσαν και έδρα αυτής μέχρι του έτους 1998, οπότε και μετέφερε την έδρα της στην Αττική (στο Μαρούσι αρχικά και κατόπιν στη Νέα Ερυθραία), αποτελούνται από γραφεία, συνεργείο επισκευής οχημάτων και μηχανημάτων έργου, συγκρότημα παραγωγής ασφ/τος και οπλισμένου σκυροδέματος και εξυπηρετούσαν τα έργα που αναλάμβανε η εναγομένη στο νομό Βοιωτίας και Ευβοίας. Σε εκτέλεση της εργασιακής αυτής σύμβασης η ενάγουσα εργάσθηκε στην εναγομένη εταιρία με τους ανωτέρω όρους συνεχώς από την πρόσληψή της μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2011, όταν η τελευταία λόγω περιορισμού των δραστηριοτήτων της στην περιοχή της Βοιωτίας και της Εύβοιας κάλεσε σε διαβούλευση τους τρεις εργαζομένους που συνέχιζε να απασχολεί στις ως άνω εγκαταστάσεις της στη Θήβα, την ενάγουσα, έναν οδηγό και έναν χειριστή, προκειμένου να συζητηθεί το θέμα της εφαρμογής από αυτήν του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης. Κατά τη συνάντηση αυτήν στην οποία παρευρέθηκε εκτός από την ενάγουσα και ο έτερος εργαζόμενος στο ανωτέρω εργοτάξιο Β. Π. (οδηγός), η εναγομένη πρότεινε στην ενάγουσα να απασχολείται μία ημέρα την εβδομάδα με πλήρες ωράριο και συγκεκριμένα κάθε Τρίτη από ώρα 07.30′ έως 16.00′ με μισή ώρα διάλλειμα, διότι το αντικείμενο της εργασίας της έχει ουσιαστικά εξανεμισθεί (βλ. το από 16-2-2011 πρακτικό διαβούλευσης) με αντίστοιχη μείωση των μηνιαίων αποδοχών της στο ποσό των 300 ευρώ. Όσον αφορά τον Β. Π. και τον έτερο εργαζόμενο Γ. Χ. (χειριστή), ο οποίος δεν ήταν παρών κατά τη διαβούλευση, για αυτούς έγινε πρόταση για εργασία τρεις ημέρες την εβδομάδα με πλήρες ωράριο, η οποία έγινε αποδεκτή από τον παρόντα Β. Π. σε αντίθεση με την ενάγουσα η οποία δήλωσε ότι αρνείται. Εν συνεχεία η εναγομένη, επικαλούμενη το προβλεπόμενο από τη διάταξη του εδαφίου δ’ της παραγράφου 3 του Ν. 1892/1990 δικαίωμά της, προχώρησε στην επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης στους ως άνω εργαζομένους και κοινοποίησε την 25η-2-2011 στην ενάγουσα την από 21η-2-2011 απόφαση μονομερούς επιβολής συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης με έναρξη εφαρμογής την 1η-3-2011 και με χρονική διάρκεια εννέα μήνες, ήτοι έως την 30η-11-2011, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα θα απασχολείται όλες τις εβδομάδες κάθε Τρίτη, δηλαδή επί μία ημέρα την εβδομάδα, και κατά πλήρες ωράριο εργασίας, την οποία απόφαση κοινοποίησε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Την ως άνω μονομερή μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης, η ενάγουσα απέκρουσε ρητά, θεωρώντας την ως μη νόμιμη και συνεπώς ως καταγγελία της σύμβασης και αρχικά προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας (βλ. το μεαριθμ. … δελτίο εργατικής διαφοράς και την με αριθμ. πρωτ. … αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς) και εν συνεχεία ασκώντας την από 1-5-2011 ένδικη αγωγή. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην υπό κρίση περίπτωση εξέλειπαν οι προϋποθέσεις για την νόμιμη επιβολή μονομερώς από την εναγόμενη συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, νοούμενη ως «σύστημα», όπως η έννοια του όρου αυτού αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δηλαδή με την εναλλαγή των εργαζομένων στην ίδια θέση εργασίας.

Η ενάγουσα ήταν η μόνη λογίστρια που απασχολείτο στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης στην Θήβα. Ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η επιβολή εκ περιτροπής εργασίας στην συγκεκριμένη εργαζόμενη, αφού το αντικείμενο της εργασίας της καλυπτόταν μόνο από αυτήν, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν η εργαζόμενη αυτή να αντικατασταθεί από άλλον εργαζόμενο κατά τον χρόνο της υποχρεωτικής εκ περιτροπής εργασίας της». Με βάση τις παραδοχές του αυτές, δέχτηκε το Εφετείο ότι η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στην ενάγουσα είναι μη νόμιμη και συνιστά περίπτωση ανεπίτρεπτης μονομερούς επέμβασης της εναγόμενης εργοδότριας στο περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας. Στη συνέχεια αφού δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει ότι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σύμβασης, έστω και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα αποφάσισε. Έτσι, αντικατέστησε τις αιτιολογίες και απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο «ότι η ενάγουσα απέκρουσε ρητά την μεταβολή των όρων της αορίστου σύμβασης εργασίας της, που επήλθε με την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας από την εναγόμενη εργοδότρια αυτής, διαμαρτυρόμενη, όπως προαναφέρθηκε, όχι μόνο προφορικά αλλά και εγγράφως (προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας, κατάθεση της υπό κρίση αγωγής), θεώρησε δε τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης από την εναγόμενη εργοδότρια και αξίωσε την οφειλόμενη αποζημίωση.

Το γεγονός δε ότι συνέχισε να προσφέρει την εργασία της με τη συναίνεση της εναγομένης μέχρι την δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, δεν αποτελεί ρητή άλλως σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους της των νέων όρων εργασίας της με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται η άσκηση του δικαιώματός της, όπως διατείνεται η τελευταία με την σχετική ένστασή της που προέβαλε πρωτόδικα και επαναφέρει με λόγο (πρώτο) της έφεσής της, ισχυρισμός που πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σε κάθε περίπτωση δεν είναι απαραίτητο ο μισθωτός να εγκαταλείψει την εργασία του και να αναλάβει τους κινδύνους ενός δικαστικού αγώνα, αλλά μπορεί να συνεχίσει την εργασία του με τους νέους όρους, αφού επιφυλαχθεί για τα δικαιώματά του και στη συνέχεια να διεξαγάγει το δικαστικό αγώνα για το παράνομο ή νόμιμο χαρακτήρα της μεταβολής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με ταυτόσημες (ορθές) αιτιολογίες και παραδοχές, οδηγήθηκε στο ίδιο πόρισμα και ως προς το δικαίωμα της ενάγουσας να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασής της, αξιώνοντας την οφειλόμενη αποζημίωση, καλώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (άρθρο 7 του Ν. 2112/1920) και σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, τα όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται με τους αντίστοιχους λόγους (πρώτο και δεύτερο σκέλος δευτέρου) της έφεσης της εναγομένης είναι κατ’ ουσία αβάσιμα». Και συνεχίζει το Εφετείο, ο ισχυρισμός που προβλήθηκε πρωτόδικα από την εναγόμενη, τον οποίο και επαναφέρει με λόγο (έκτο) της έφεσής της, ότι η ένδικη αξίωση περί καταβολής νομίμου αποζημίωσης ασκείται καταχρηστικά από την ενάγουσα, αφού: α) η τελευταία πριν την επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, αρνήθηκε τις εναλλακτικές προτάσεις της εναγόμενης να προσφέρει την εργασία της στην Αθήνα ή στο εργοτάξιο στη Μάνδρα Αττικής, εμμένοντας να εργάζεται στη Θήβα και β) η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης από την εναγόμενη θα αποτελέσει «οικονομική καταστροφή» της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, αποδεικνύεται ότι, οι επικαλούμενες ως εναλλακτικές προτάσεις της εναγόμενης ήταν προσχηματικές, αφού έγιναν μετά την επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας και πριν τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφορούσαν δε μερική απασχόληση της ενάγουσας για τρείς ημέρες την εβδομάδα με πλήρες ωράριο, χωρίς όμως η εναγομένη να δέχεται να διαθέσει τα έξοδα μετάβασης της ενάγουσας στους ανωτέρω τόπους εργασίας, τα οποία στην περίπτωση υλοποίησης της ανωτέρω πρότασης θα περιόριζαν το μηνιαίο μισθό της στο ποσό των 400 ευρώ περίπου. Εξ άλλου τόσο το οικονομικό μέγεθος όσο και η χρηματοοικονομική κατάσταση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, όπως προκύπτει, τόσο από τους επίσημα δημοσιευμένους ισολογισμούς των ετών 2008 – 2010, που εμφανίζονται ιδιαίτερα κερδοφόροι (κέρδη, 707.496 ευρώ για το 2008, 1.274.786 ευρώ για το 2009, 1.409.474 ευρώ για το 2010) όσο και από το γεγονός ότι εντός του 2011 είχε εισπράξει ήδη, 1.016.171 ευρώ για το έργο «Ανέγερση οικισμού 184 κατοικιών στα Τρίκαλα» και 2.870.530 ευρώ για το έργο «Βελτίωση -Κατασκευή της Ε.Ο. Κυπαρισσίας – Φιλιατρών – Πύλου» και ότι εκτελεί άλλο έργο στη Μάνδρα Αττικής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ανεγείρει με ίδια κεφάλαιά της, χωρίς δανεισμό πολυώροφο κτίριο στη Νέα Ερυθραία Αττικής, σε ιδιόκτητο οικόπεδό της αξίας άνω των 1.500.000 ευρώ, καθιστούν το ύψος της αξιούμενης νόμιμης αποζημίωσης της ενάγουσας, πολύ μικρή οικονομική επιβάρυνση για την εναγόμενη. Με βάση δε τις τελευταίες πιο πάνω παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.

Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τα κρίσιμα, ως άνω ζητήματα:

Α): 1) Της επιβολής μονομερώς, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, εκ περιτροπής εργασίας, και 2) της μη καταχρηστικής ενάσκησης των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 38 παρ. 3 ν. 1892/1990, όπως, μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και ισχύει και 281 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες στη κρινόμενη περίπτωση. Τούτο διότι, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, α) δεν υπήρχε άλλος εργαζόμενος, πλην της αναιρεσίβλητης, στο τμήμα λογιστηρίου της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, δεν επρόκειτο για σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αλλά για μερική απασχόληση η οποία δεν μπορούσε να επιβληθεί μονομερώς, εκ μέρους της εργοδότριας, χωρίς τη συναίνεση της εργαζόμενης και της έγγραφης κατάρτισης αυτής, προϋποθέσεις που δεν συνέτρεξαν στην κρινόμενη υπόθεση, β) 1) η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, μετά την βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, παρά τις διατυπωθείσες, προφορικές προς την εργοδότρια και έγγραφες προς την Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρίες της, παραμονή στην εργασία της, υπό τους όρους που επέβαλε η εργοδότριά της και μέχρι να επιλυθεί από το δικαστήριο, η μεταξύ των διαδίκων διένεξη, δεν ενέχει ρητή ή έστω σιωπηρή αποδοχή των όρων εργασίας της, με αποτέλεσμα να μην αποδυναμώνεται, εξαιτίας αυτού το αγωγικό της αίτημα. Και 2) η προσχηματική εκ μέρους της αναιρεσείουσας πρόταση προς την αναιρεσίβλητη, μετά την επιβολή της μερικής απασχόλησης και πριν τη συζήτηση της αγωγής της τελευταίας, για την παροχή επί 3ήμερο της εργασίας της σε άλλο τόπο, χωρίς την καταβολή εξόδων μετακίνησής της, με συνέπεια τον περιορισμό του μισθού της σε 400 ευρώ, ενόψει και ότι η χρηματοοικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρα, δεν καθιστούν την καταβολή της αποζημίωσης επαχθή για τα συμφέροντά της, για να δικαιολογείται η απόρριψη της εν λόγω αξίωσης, ως καταχρηστικής. Εξάλλου, με όσα πιο πάνω διέλαβε το Εφετείο, στην απόφασή του, δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης, αφού περιέχει σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Και Β) Ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7 ν. 2112/ 1920 και 281, 288, 914 επ. και 932 ΑΚ, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων των εν λόγω διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Για το ίδιο ζήτημα η απόφαση περιέχει σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να μη στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει με σαφήνεια ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, 1) ενείχε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα παρείχε το δικαίωμα στην τελευταία να την θεωρήσει ως καταγγελία της συμβάσεως και να απαιτήσει την, εξαιτίας αυτής, αποζημίωσή της και 2) ευλόγως, δημιούργησε στη αναιρεσίβλητη συναίσθημα κατάφορης σε βάρος της αδικίας, και συνακόλουθα να δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Τα περιστατικά αυτά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, αφενός την καταγγελία, αφετέρου δε την πρόκληση ηθικής βλάβης και συνακόλουθα την παραδοχή των αντίστοιχων αγωγικών αξιώσεων. Επομένως, οι επί μέρους αιτιάσεις, συναφείς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τους 1ο και 2ο λόγους στο σύνολό τους, τους 3ο, κατά το δεύτερο, σκέλος του (αληθώς από το 1 και 19 της ως άνω διατάξεως), 4ο (β’ σκέλος), 5ο (β’ σκέλος) και 6ο (β’ σκέλος) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως «πράγματα» οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδηαναιρεσείουσα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης ισχυρισμούς τους, που δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους 3ο, κατά το υπόλοιπο μέρος του και 4ο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της κρινόμενης αίτησης, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες. Ειδικότερα: α) με τον τρίτο λόγο, δεν έλαβε υπόψη, τους ισχυρισμούς της, που περιέχονταν στους 2ο, 3ο και 4ο λόγους της έφεσής της, με τους οποίους, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών και νομικών επιχειρημάτων, υποστήριζε τις απόψεις της για την νομιμότητα της επιβολής εκ περιτροπής εργασίας της αναιρεσίβλητης, την ανυπαρξία της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της και την καταχρηστική άσκηση των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και β) με τον τέταρτο λόγο (πρώτο σκέλος του), το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη εξακολούθησε να εργάζεται, στην επιχείρησή της, μετά την επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, αφού προηγουμένως διατύπωσε επιφύλαξη, ισχυρισμό όμως που δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα να λάβει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Οι υπό στοιχείο α’ αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεώς της, δεν αποτελούσαν «πράγματα» υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά τα, κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας, αντίθετα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, αντλούμενα το μεν από τις αποδείξεις το δε από νομικές διατάξεις. Όσον αφορά την επί μέρους, με τον 4ο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του αιτίαση, ως αβάσιμης, καθόσον η παραδοχή του δικαστηρίου, για τη διατύπωση επιφύλαξης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, συνάγεται, ευθέως, από τα ιστορούμενα στην αγωγή της και αποδειχθέντα ότι είχε διαμαρτυρηθεί προφορικώς τόσο στην αναιρεσείουσα, αλλά και με έγγραφό της προς στην Επιθεώρηση Εργασίας με το οποίο ζητούσε να ελεγχθεί η νομιμότητα των μέτρων που έλαβε η εργοδότριά της. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας την περί πραγμάτων κρίση του, για την απόρριψη της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας και ιδίως ότι η αναιρεσείουσα δεν πρόκειται να υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία, σχημάτισε όχι χωρίς αποδείξεις, αλλά από τα λεπτομερώς μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία (ανώμοτη κατάθεση ενάγουσας, ένορκες βεβαιώσεις και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα). Κατά συνέπεια, ο 4ος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

4. Κατά τον αριθμό 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Ως εκ τούτου δεν είναι έγγραφα εκείνα τα οποία αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και οι εκθέσεις ένορκης εξέτασης ή βεβαίωσης μαρτύρων κατά το μέρος που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως κατατεθέντα ή βεβαιωθέντα καθώς και τα υπόλοιπα διαδικαστικά έγγραφα της αυτής δίκης. Αντιθέτως, αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης. Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Με τον 5ο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραμόρφωσε: α) το περιεχόμενο των πρακτικών συζήτησης επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων τηςαναιρεσίβλητης κατ’ αυτής, όπου είχε καταχωρηθεί το εξής: «της έγινε πρόταση να έρθει στην Αθήνα με πλήρες ωράριο, αλλά δεν δέχθηκε…», β) την υπ’ αρ. 517/2010 οικοδομική άδεια από την οποία βεβαιώνεται ότι η οικοδομή, που ανήγειρε σε ιδιόκτητο ακίνητό της, για την στέγαση των υπηρεσιών της ήταν 550 τ.μ. και γ) τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχονται οι ισχυρισμοί των διαδίκων και οι καταθέσεις των μαρτύρων. Από τις ως άνω αιτιάσεις οι υπό στοιχείο α’ και β’, είναι αβάσιμες, διότι το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, αλλά στη συνεκτίμηση αυτών μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Όσον αφορά την υπό στοιχείο γ’ αιτίαση, ως απαράδεκτη, διότι πρόκειται για διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα. Ενόψει όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, η δικαστική δαπάνη, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2013 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 69/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2014.

http://www.ergasianet.gr

Advertisements
This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s